Ιδεολογία και γλωσσική αξιολόγηση: Η περίπτωση των Πανελλήνιων εξετάσεων

Σταυρούλα Τσιπλάκου, Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου

Ντίνα Τσαγγαρή, Oslo Metropolitan University

Παρουσίαση

Περίληψη

Στόχος της εργασίας είναι να εξετάσει την αναδραστική επιρροή (washback effect, βλ. Tsagari & Cheng 2017) των Πανελλήνιων εξετάσεων στη διδασκαλία και την καλλιέργεια του γραμματισμού. Ακολουθούμε μια προσέγγιση μεικτών μεθόδων που συνδυάζει (α) ανάλυση των εξεταστικών δοκιμίων από το 2001 έως σήμερα, προκειμένου να προσδιοριστεί κατά πόσον η αξιολόγηση συνάδει με τους στόχους της διδακτέας ύλης για το γραμματισμό (ΔΕΠΠΣ 2003, Πρόγραμμα Σπουδών 2011) και (β) ανάλυση 161 γραπτών δοκιμίων από 12 μαθήτριες/τές της Γ’ Λυκείου. Η ανάλυση εστίασε στη δομή και οργάνωση των κειμένων, τη συνοχή και τη συνεκτικότητα, την επιλογή κατάλληλού κειμενικού είδους  και τη γραμματική και τη λεξική ποικιλομορφία, τα οποία διερευνήθηκαν ποσοτικά με τα εργαλεία D-formula (Malvern & Richards 1997) και Stylometrics (Mikros 2012) και επίσης ποιοτικά μέσω αξιολογήσεων μέρους των δοκιμίων από έμπειρες αξιολογήτριες/τές.

Η ανάλυση έδειξε (α) αναντιστοιχία μεταξύ του περιεχομένου και της μορφής των εξεταστικών δοκιμίων και των στόχων του (κριτικού) γραμματισμού.  Η εξέταση στοχεύει στην ρυθμιστικά «ορθή» παραγωγή ενός ενιαίου ψευδο-κειμενικού είδους, στην πραγματικότητα ενός δοκίμιου που μεταμφιέζεται ως «επιστολή προς τον Τύπο» ή «δημόσια ομιλία» με αναμενόμενο περιεχόμενο και ιδεολογικό πρισανατολισμό. Συνακόλουθα παράγεται ένα ενιαίο «επίσημο» επίπεδο ύφους, που χαρακτηρίζεται από τη (συχνά εσφαλμένη) χρήση λόγιων λεξικών τύπων και μορφοσύνταξης και προκαθορισμένη δομή παραγράφου· (β) τόσο η ποσοτική όσο και η ποιοτική ανάλυση των γραπτών έδειξαν ότι δεν υπήρξε πραγματική βελτίωση στις γλωσσικές δεξιότητες των συμμετεχουσών/όντων από την αρχή ως το τέλος της Γ’ Λυκείου (π.χ. στην ορθογραφία, στο λεξιλογικό πλούτο ή στη μορφοσύνταξη). Υποστηρίζουμε ότι αυτή είναι μια πτυχή του αποτελέσματος της αναδραστικής επιρροής των Πανελληνίων εξετάσεων, καθώς η προετοιμασία για την εξέταση στοχεύει σε ένα πολύ περιορισμένο υποσύνολο γλωσσικών δεξιοτήτων και έμφαση δίνεται στο ιδεολογικό περιεχόμενο του γραπτού και όχι στην καλλιέργεια της κριτικής μεταγλωσσικής ενημερότητας.