Ιδεολογικοί μηχανισμοί γλωσσικής προτυποποίησης στην εκπαίδευση: Από την αγγλική στην ελληνική

Αχιλλέας Κωστούλας, Πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ

Παρουσίαση

Περίληψη

Ένα ιστορικό γνώρισμα της γλωσσικής διδασκαλίας αποτελεί η ισχυρή εστίαση στην καλλιέργεια της ικανότητας των διδασκομένων να χρησιμοποιούν τις πρότυπες μορφές της γλώσσας-στόχου και, συνακόλουθα, η περιθωριοποίηση των υπόλοιπων γεωγραφικών και κοινωνικών ποικιλιών της ίδιας γλώσσας. Σκοπός της παρούσας ανακοίνωσης είναι να εξετάσουμε κριτικά τον γλωσσικό αυτό προσανατολισμό της εκπαίδευσης καθώς και τις ιδεολογικές προκείμενες στις οποίες αυτός εδράζεται.

Με αφετηρία τον ιστορικό διάλογο μεταξύ των Quirk (1990) και Kachru (1991), θα αναστοχαστούμε πάνω στη σχέση μεταξύ της πρότυπης ποικιλίας και των αναδυόμενων μορφών της αγγλικής γλώσσας διεθνώς (World Englishes) και, προεκτείνοντας την προβληματική αυτή, θα επιχειρήσουμε αναγωγές σε ζητήματα όπως το πώς καθιερώνεται η πρότυπη ποικιλία στην ελληνική, ποια είναι η σχέση της με τις υπόλοιπες ποικιλίες που χρησιμοποιούνται στον ελληνόφωνο χώρο, και ποιος είναι ο ρόλος της εκπαίδευσης στη διαδικασία αυτή. Στη βάση των παρατηρήσεων αυτών, θα παρουσιάσουμε ένα θεωρητικό μοντέλο που επιχειρεί να αποτυπώσει τις σχέσεις αυτές, καθώς και τους ιδεολογικούς μηχανισμούς προτυποποίησης που διαμορφώνουν τη γλωσσική πολιτική του εκπαιδευτικού συστήματος.

Στη συνέχεια, θα επιχειρήσουμε την εμπειρική επαλήθευση του θεωρητικού μοντέλου, με δεδομένα από το εκπαιδευτικό υλικό που χρησιμοποιείται στη διδασκαλία της αγγλικής γλώσσας. Στηριζόμενοι στην παραδοχή ότι το εκπαιδευτικό υλικό εμπεριέχει, σε μορφή ‘αντλούμενης προθετικότητας’ (derived intentionality; Searle 1983), αποτυπώματα γλωσσικής και εκπαιδευτικής ιδεολογίας, θα εξετάσουμε τα ποιοτικά γνωρίσματα διδακτικών εγχειριδίων που χρησιμοποιούνται στην ξενόγλωσση εκπαίδευση, με σκοπό να εντοπίσουμε ίχνη ιδεολογικών μηχανισμών προτυποποίησης που ορίζουν και συντηρούν τη γλωσσική νόρμα. Τέτοιοι μηχανισμοί είναι, ενδεικτικά, η εξετασιοκεντρική διδασκαλία, η έμφαση στην επικοινωνιακή ‘αυθεντικότητα’, και η δομιστική προσέγγιση της γλώσσας. Θα καταλήξουμε αναδεικνύοντας έναν προβληματισμό σχετικά με το πώς θα μπορούσαν οι ιδεολογικοί αυτοί μηχανισμοί να αμφισβητηθούν μέσα από μια οπτική κριτικής παιδαγωγικής.